του Δημήτρη Αναστασάκη
Καταλαβαίνω τώρα, πως ρομαντισμοί σε μια Ευρωπαϊκή ιδέα δε θα μπορούσαν να είναι αληθινοί. Ήθελαν απόλυτες διαδικασίες με ολοκληρωτικό χαρακτήρα προκειμένου να επιτύχουν αυτή την ένωση, πετυχαίνοντας ταυτόχρονα και την εξουδετέρωση της φυσικής μας υπόστασης ως έθνος κράτος, ώστε να διοικείται από μια αρχή και μία εξουσία, η οποία όμως θα διατηρεί την δική της εν τέλει. Η απόπειρα του 1940, απέτυχε, μα έδωσε ραντεβού στις μέρες μας ενώ ποτέ δεν εγκατέλειψε το στόχο, ώστε να το πετύχει σ΄αυτή την ιστορική φάση. Δεν είναι πως δε θέλαμε, οι όσοι, να υπάρξει Ευρωπαϊκή ενότητα, όμως φάγαμε το τυράκι και πιαστήκαμε στη φάκα, πιστεύοντας στον δήθεν ευρωπαϊκό αλληλοσεβασμό των προσώπων που θέλουν κοινωνία αρτιμελή,ακέραια και υγιή, διατηρώντας την προσωπική της ταυτότητα. Δεν είναι η Ευρώπη που πίστεψα, ούτε τα Ευρωπαϊκά οράματα που με έπεισαν πως είναι. Συγκεντρωτισμό οσφραίνομαι και μάλιστα φαλλίζοντα και καλά αποκεκρυμμένο, μεθοδικό και ψυχρό, με μελέτες κινήσεων ακριβείας σαν το ιατρικό χέρι που κρατάει το νυστέρι και είναι αποφασισμένο να επιτύχει της διαδικασίας του εγχειρήματος αυτής της επέμβασης,απρόσωπα.
Πόσο ανέμελοι ήμασταν και όχι αδίκως, αφού δείξαμε ιδιάζουσα εμπιστοσύνη κατά τα εκάστοτε πολιτικά κελεύσματα που υπεράσπιζαν αυτό το όραμα; Τι άλλο θα μπορούσε να αποτελεί ως κίνητρο για την διεκδίκηση αυτής της γης, από την Οθωμανική κατοχή, εκτός από την μεγάλη ιδέα της απελευθέρωσης, που τελικά δεν ήρθε και ποτέ επί της ουσίας, προκειμένου να τεθούμε υπό της δικής τους κηδεμονίας σε πρώτη φάση, δεχόμενοι έναν δυτικό ζυγό στον τράχηλο μας με τα πρώτα απατηλά δάνεια που ποτέ δεν έφτασαν στον προορισμό τους, εκείνα τα δήθεν δεκανίκια στήριξης του αγώνα του 1821 από τη Γερμανική τράπεζα,τα οποία απετέλεσαν,από ανεξαρτησίας κι έπειτα, τα πρώτα δεσμά δυτικής προέλευσης και συμφερόντων;
Για την κραταιά Ευρωπαϊκή φιλοδοξία αυτής της συγχώνευσης και πλήρης προσάρτησης μας στον κορμό της, μα όχι με τον εθνικό μας χαρακτήρα και υπόσταση, τα 200 χρόνια από τότε, νομίζετε πως είναι πολλά,ώστε να θεωρήσουμε ως τέτοιο το παρόν δρώμενο, σαν κάτι το απίθανο;
Απλώς, σκέφτομαι και αναρωτιέμαι.